Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Μια μούσα σεμνή

Σε ποιας μάνας το στήθος, πήρες γεύση ζωής,
ποια τσιγγάνα σε δίδαξε, τη ματιά της σιωπής;
Σε ποιο μαγικό νησί, να ‘ρθω για ν’ ανταμώσω,
τη γοργόνα που γνώρισες και σε ζήλεψε τόσο;
Ποιους θεούς έχεις πιάσει, στου ερωτά σου τα δίχτυα,
και σε προίκισαν τόσο, όσο τ’ άστρα τη νύχτα;
Σε ποιο ξύπνημα ανέμων, βρέθηκες κάποιο βράδυ
κι έκλεψες τον αέρα, σαν πανί σε καράβι;
Σε ποιας μάγισσας ξόρκι, τ’ όνομά σου έχεις γράψει
και κυριεύεις τη σκέψη μου μέχρι που να χαράξει;
Όσους στίχους κι αν έγραψα, ήταν όλοι για σένα,
μα ποτέ μου δεν τόλμησα, να το πω και σε κανένα.
Μια μούσα σεμνή, που φοβάται τα φώτα,
της καρδιάς μου ξανάνοιξε, τη μαρμάρινη πόρτα.
Βάλσαμο στην παλιά, έχεις βάλει πληγή μου
κι ας το ξέρω ποτέ, δε θα γίνεις δική μου.

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Κλικ αλληλεγγύης - Γιώργος Ξηρογιάννης

Είναι Άνοιξη, μετά από μια βραδιά περισυλλογής στο αγκαλιασμένο με νότες από τις γύρω ψαροταβέρνες κάστρο του Ηρακλείου, αποφασίζω να ταξιδέψω στη Σερβία να ψάξω φωτογραφικές στιγμές σε μια χώρα βομβαρδισμένη στα θεμέλια μα όχι στην ψυχή…
Με μια ανάσα φτάνω στο Βελιγράδι. O ταξιτζής που με περίμενε σάστισε όταν ανέφερα τον προορισμό μου. Σαν να ήταν το τελευταίο που περίμενε να ακούσει: refugee camp!
Δεν είχα προγραμματίσει τίποτα, μα όλα ήταν σαν από καιρό κανονισμένα. Με την είσοδο μου ασυναίσθητα πέταξα τα ρούχα του πολιτισμού φορώντας αυτά που με έκαναν ένα με τους παρευρισκόμενους. Πετώντας τη βαλίτσα μου σε μια γωνία κατέληξα εκεί που γνωρίζω να κινούμαι καλύτερα, στον παιδότοπο, εκεί που έχασα την έννοια του χρόνου σμίγοντας με αθώες ψυχές, έπαιξα, γέλασα, έγινα ένα μαζί τους.

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

Παρελθόν - Βαγγελιώ Ε. Δαμουλάκη

Κάποιοι με μανία προσπαθούν να διαγράψουν και κάποιοι άλλοι γαντζώνονται από αυτό.
Ο κάθε άνθρωπος κουβαλάει μέσα του κομμάτια μεγάλα, μικρά, σπασμένα, θρύψαλα.
Άνθρωποι ορθώνουν τοίχους μπροστά τους και  δεν επιτρέπουν σε κανέναν να τους γκρεμίσει. Κρύβονται πίσω από φόβους και σκέψεις. Φτιάχνουν έναν γυάλινο κόσμο και κουρνιάζουν τρομαγμένοι στις γωνιές τους.
Ψάχνουν απεγνωσμένα για κατανόηση, αγάπη και μια καλύτερη ζωή  αλλά χωρίς να κάνουν οι ίδιοι ένα βήμα μπροστά.
Εγκλωβισμένοι  στις ταμπέλες τον πρέπει. το μόνο που ξέρουν καλά είναι να κρίνουν και να ρίχνουν ευθύνες. Κανείς δεν αναλαμβάνει και σπάνια συγχωρεί.
Όλα εμείς θα τα κάναμε καλύτερα. οι άλλοι αποτυγχάνουν παταγωδώς .
Μα τελικά από τι ήμαστε φτιαγμένοι; Η δύναμη που έχουμε σαν όντα που είναι; Που καταναλώνουμε την ενέργεια μας;

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

Η ελευθερία της ψυχής - Βαγγελιώ Ε. Δαμουλάκη

Τίποτα σημαντικότερο από την ελευθερία της ψυχής.
Τίποτα πιο σπουδαίο από το να είσαι ελεύθερος άνθρωπος.
Ελεύθερος και απαλλαγμένος από όλα τα «γήινα».
Να κουβαλάς μέσα σου μόνο αγάπη, αυτή είναι η ζωή.
Να κουβαλάς μόνο καλοσύνη, αυτός είναι ο άνθρωπος.
Σαν τη θάλασσα που τόσο σε ηρεμεί και παράλληλα τόσο σε τρομάζει.
Ανταριασμένη είναι, γαλήνια είναι το ίδιο συναίσθημα σου προκαλεί.. Ηρεμία..
Στη γαλήνη της ταξιδεύεις.
Στην αντάρα της πετάς τις σκέψεις σου και φεύγουν μακριά.
Τι πιο όμορφο απ τη θάλασσα!
Να έχεις τη θάλασσα μέσα σου, να είσαι απέραντος και ανοιχτός να τα αγκαλιάζεις όλα.

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

Θα βρεθούμε ξανά - Τάσος Σαμαρτζής

Εδώ θα ρίξω στη θάλασσα
σαν πέτρες τα χρόνια που χάλασα
Εδώ θα μου φέρει το κύμα
ένα γράμμα που θα έχει και ρίμα
και θα λάμπει στο τέλος η υπογραφή:
Κολοκοτρώνης, Μακρυγιάννης, Φιλικοί.

Θα βρεθούμε ξανά

όταν όλα θα έχουν περάσει.
Στην Πατρίδα φιλιά
και κουράγιο να πεις, μην ξεχάσει.
Θα βρεθούμε ξανά
όταν όλοι θα έχουν αλλάξει
Θα βρεθούμε ξανά.

Εδώ αρχαία μου θάλασσα

που ξέρεις τι βάσανα τράβηξα
Εδώ θα μου στείλει τ’ αγέρι
ένα γράμμα απ’ τ’ αόρατα μέρη
ο χαμένος ο λόγος, ο πιο ζεστός:
Σεφέρης, Κάλβος, Εμπειρίκος, Σολωμός.

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

Το πατρικό





















Θα πάρω δυο κιλά, μπογιά κι ένα πινέλο,
να βάψω τα παντζούρια σου, στα παραθύρια θέλω!
Φορτώνω αύριο το πρωί, τις γλάστρες μου στ’ αμάξι,
μ’ όσα μου μείναν μετρητά, για μένα είναι εντάξει.
Στο κήπο σου τη τριανταφυλλιά, θα βάλω ν’ ανασάνει
και στο δεξί παράθυρο, το ένα μου γεράνι.
Θ’ ανέβω στη κληματαριά, το κλήμα να κλαδέψω,
το όνειρο που έχασα, για μια στιγμή να κλέψω.

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Θεσσαλονίκη

Θυμάμαι ως να ‘ταν χθες τη γεύση από τα χείλη σου.
Είχε απ’ ώρα νυχτώσει στη Θεσσαλονίκη και κρύωνες.
Και τα χείλη μαθές έχουν μνημονικό, δε ξεχνούν.
Το ‘να σου χέρι ήταν ζεστό, το άλλο παγωμένο, καθρέφτιζαν θαρρείς τις καρδιές μας.
Ένα σαξόφωνο λυσσομανούσε πίσω μας, η θάλασσα εμπρός μας.
Θυμάμαι ως να ‘ταν χθες τη γεύση από τα χείλη σου.
Τα μάτια σου ήταν κόκκινα από την αϋπνία.
Με κοιτούσες και μάτωνα.
Το κορμί μου πονούσε.
Το κορμί… Ποιος λογαριάζει το κορμί;
Θυμάμαι ως να ‘ταν χθες τη γεύση από τα χείλη σου.
Λένε πως τα καλύτερα ταξίδια είναι αυτά που πιάνεσαι απ το τρένο ενώ φεύγει.
Και κατεβαίνεις πριν αυτό σταματήσει.
Υπήρξα όμως δειλός, και το τρένο φρέναρε απότομα.
Δε τόλμησα να κατέβω.
Θυμάμαι ως να ‘ταν χθες τη γεύση από τα χείλη σου.
Χθες μου ‘δωσες το τελευταίο φιλί.

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

Αυτοϊκανοποίηση - Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου

Θα της δαγκώσω τα μπούτια
να βρίσκονται εύκαιρα συμπτώματα ντροπής.
Έπειτα θα με κλέψει αυτή,
θα μου πουλήσει τα όργανα.

Και κάπως έτσι τη βρίσκω
με το σάπιο απωθημένο του καθενός
να σκάει σαν μαστίγιο εν ολίγοις πάνω μου.

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Η τριανταφυλλιά


Μυρίζω το σεντόνι σου
μα όχι τα φιλιά σου,
θυμάμαι στο μπαλκόνι σου
τη τριανταφυλλιά σου.
Άραγε να ξεράθηκε
κι έχει περάσει χρόνος,
η αγάπη μου μαράθηκε
δεν έχει μείνει πόνος.


Κλείνομαι σ’ άλλη αγκαλιά
τα βράδια και κοιμάμαι,
όμως την τριανταφυλλιά
ακόμα τη θυμάμαι.
Έσκυβα και τη πότιζα
σαν την απαρατούσες,
τα φύλλα της τα δρόσιζα
κι ας μη με αγαπούσες.

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Σώπα μη μιλάς - Αζίζ Νεσίν

Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή
κόψ’ τη φωνή σου, σώπασε
κι επιτέλους
αν ο λόγος είναι άργυρος
η σιωπή είναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια, οι πρώτες λέξεις
που άκουσα από παιδί
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα
μού ‘λεγαν: «σώπα».
Στο σχολείο μού ‘κρυψαν την αλήθεια τη μισή
και μού ‘λεγαν: «εσένα τι σε νοιάζει; σώπα!»
Με φιλούσε το πρώτο αγόρι
που ερωτεύτηκα και μού ‘λεγε:
«κοίτα, μην πεις τίποτα, και…σώπα!»
Κόψ’ τη φωνή σου, μη μιλάς, σώπαινε.
Κι αυτό βάστηξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου, η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στα πεζοδρόμια
«τι σε νοιάζει, μού ‘λεγαν,
θα βρεις το μπελά σου – τσιμουδιά, σώπα».
Αργότερα φώναζαν οι προϊστάμενοι:
«μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, και σώπα».